παρατείνω


παρατείνω
(τεν) мучаю
- παρατείνομαι
- παρατίθεμαι

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "παρατείνω" в других словарях:

  • παρατείνω — stretch out along aor subj act 1st sg παρατείνω stretch out along pres subj act 1st sg παρατείνω stretch out along pres ind act 1st sg παρατείνω stretch out along aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατείνω — παρατείνω, παρέτεινα βλ. πίν. 172 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • παρατείνω — ΝΜΑ εκτείνω, επεκτείνω πέρα από το ορισμένο όριο, αυξάνω, επιμηκύνω τη χρονική διάρκεια μιας πράξεως ή ενέργειας («παρατείνω την προθεσμία») νεοελλ. αρχ. 1. εξακολουθώ, διαρκώ, κρατώ πολλή ώρα (α. «παρατεταμένα χειροκροτήματα» β. «εἰ δὲ ὁ πλοῡς… …   Dictionary of Greek

  • παρατείνω — [паратино] р. продолжать, затягивать, отсрочивать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παρατείνω — παρέτεινα, παρατάθηκα 1. κάνω κάτι να διαρκέσει περισσότερο, μεγαλώνω τη διάρκειά του: Το υπουργείο παρέτεινε την προθεσμία των εγγραφών. 2. μέσ., διαρκώ περισσότερο, πάω σε μάκρος χρόνου: Παρατάθηκε η προθεσμία για την αγορά των καπνών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρατείνῃ — παρατείνω stretch out along aor subj mid 2nd sg παρατείνω stretch out along aor subj act 3rd sg παρατείνω stretch out along pres subj mp 2nd sg παρατείνω stretch out along pres ind mp 2nd sg παρατείνω stretch out along pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατεταμένα — παρατείνω stretch out along perf part mp neut nom/voc/acc pl παρατεταμένᾱ , παρατείνω stretch out along perf part mp fem nom/voc/acc dual παρατεταμένᾱ , παρατείνω stretch out along perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατείνει — παρατείνω stretch out along aor subj act 3rd sg (epic) παρατείνω stretch out along pres ind mp 2nd sg παρατείνω stretch out along pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατείνομεν — παρατείνω stretch out along aor subj act 1st pl (epic) παρατείνω stretch out along pres ind act 1st pl παρατείνω stretch out along imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατείνουσι — παρατείνω stretch out along aor subj act 3rd pl (epic) παρατείνω stretch out along pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) παρατείνω stretch out along pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατείνουσιν — παρατείνω stretch out along aor subj act 3rd pl (epic) παρατείνω stretch out along pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) παρατείνω stretch out along pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)